ΑΥΤΟΒΕΛΤΙΩΣΗ//

Η χώρα με τα λιγότερα παιδιά και τους περισσότερους ηλικιωμένους

Πώς και γιατί ο χαμηλός αριθμός γεννήσεων επηρεάζει την ανάπτυξη.


Στα επόμενα 3 λεπτά θα μάθεις: 


-Τι δείχνουν τα νούμερα για τον αριθμό γεννήσεων και την αύξηση της γήρανσης στην Ελλάδα.
-Πώς μία αύξηση των γεννήσεων μπορεί να επηρεάσει θετικά την οικονομία μας.


Το έχεις φανταστεί ποτέ; Να ζεις σε μία χώρα με λιγότερα παιδιά αλλά περισσότερους κατοίκους με λευκά μαλλιά; Έχει σκεφτεί πώς θα σου φαινόταν να περπατάς στους δρόμους της γειτονιάς σου και να είναι πολύ λιγότεροι εκείνοι που σπρώχνουν καρότσια με μωρά και πολύ περισσότεροι εκείνοι που κρατούν μπαστούνια για καλύτερη βάδιση; Ή φαντάσου έναν τόπο όπου οι παιδικές χαρές θα είναι σχεδόν άδειες και τα σχολεία θα κλείνουν και στη θέση τους θ’ ανοίγουν όλο και περισσότερες μονάδες για τη φροντίδα των ηλικιωμένων. Όχι, δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Καθώς ο τόπος αυτός θα μπορούσε να είναι η χώρα που ζεις, η Ελλάδα, σε μερικές δεκαετίες από τώρα. 

Λιγότερες γεννήσεις και αύξηση της γήρανσης του πληθυσμού. Δύο βασικά προβλήματα με τα οποία η Ελλάδα έρχεται αντιμέτωπη. Τι, όμως, πραγματικά σημαίνει αυτό για το αναπτυξιακό μέλλον της χώρας μας; Ας δούμε τι λένε τα νούμερα αναλυτικά: 

Η Ελλάδα βρίσκεται σε έντονο καθοδικό ρυθμό μείωσης του πληθυσμού της από το 2011, οπότε και καταγράφηκε αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων για πρώτη φορά μετά την περίοδο της Κατοχής του 1944. Συγκεκριμένα, το έτος 2017 στην Ελλάδα είχαμε 88.553 γεννήσεις και 124.501 θανάτους. Παρουσιάζοντας στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο πληθυσμός στη χώρα μας αναμένεται να φτάσει τα 8 εκατ. το 2050, με βάση ένα συντηρητικό σενάριο. Το δημογραφικό πρόβλημα δεν εμφανίστηκε πρόσφατα στη χώρα μας, η οποία όμως είχε καταφέρει να ισορροπεί αυτή την τάση εμφανίζοντας μικρές διακυμάνσεις στον πληθυσμό της, ακόμα και αυξητικές κατά περιόδους. Ειδικότερα, η περίοδος μεταξύ 1960-1980 ήταν η πιο παραγωγική για την Ελλάδα, ενώ αμέσως μετά η ελληνική γεννητικότητα εμφάνισε φθίνουσα τάση. Συγκεκριμένα, ο ολικός δείκτης αναπαραγωγής, ο οποίος υποδηλώνει τον αριθμό των παιδιών που αποκτά κάθε γυναίκα στη διάρκεια της αναπαραγωγικής της ηλικίας, μεταβλήθηκε από 1,31 που ήταν το 2004, σε 1,5 το 2008 και 2009, ενώ μειώθηκε ξανά σε 1,35 το 2017. Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, η ηλικία απόκτησης του πρώτου παιδιού από τις Ελληνίδες, η οποία από τα 28,8 έτη που ήταν το 2008, μετατέθηκε στα 30,3 έτη το 2016.

Το πιο δυσοίωνο μήνυμα, όμως, συνοψίζεται στη βαθιά γήρανση του πληθυσμού τις επόμενες δεκαετίες, καθώς προβλέπεται ότι το 36% των κατοίκων της Ελλάδας το 2050 θα είναι άνω των 65 ετών. Το ποσοστό αυτό αποτελεί ρεκόρ για τη χώρα μας, αν ληφθεί υπόψη ότι τη δεκαετία του ΄70 ήταν 6% και στις μέρες μας υπολογίζεται στο 18-20%. Τι μπορεί, όμως, να σημαίνει μια χώρα με λιγότερα παιδιά και περισσότερους ασπρομάλληδες. 

Τρεις βασικές αιτίες του δημογραφικού προβλήματος

Το φλέγον δημογραφικό πρόβλημα, όπως καταγράφεται στην Ελλάδα, προσέγγισαν πολύπλευρα οι δύο ομιλητές της τελευταίας διάλεξης του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, ο κ. Στέφανος Χανδακάς, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Ιδρυτής & Πρόεδρος της HOPEgenesis και ο κ. Γιώργος Ραχιώτης, Ειδικός Ιατρός Εργασίας, Αναπληρωτής Καθηγητής Επιδημιολογίας και Επαγγελματικής Υγιεινής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Ο κ. Χανδακάς εστίασε κυρίως στη σημασία της υπογεννητικότητας και στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε η κοινωνία να ξεπεράσει τα εμπόδια που διατηρούν χαμηλό ρυθμό γεννήσεων τα τελευταία χρόνια, ενώ ο κ. Ραχιώτης παρουσίασε αναλυτικότερα και τις λοιπές παραμέτρους του προβλήματος. Μεταξύ άλλων επισήμαναν και τρεις βασικές αιτίες του δημογραφικού προβλήματος. 

Το Δυτικό Πρότυπο

Σύμφωνα με τον κ. Ραχιώτη, η Ελλάδα ακολουθεί το «Δυτικό Πρότυπο». Στο πλαίσιο αυτό παρατηρούνται μεταβολές στις κοινωνικές συνθήκες όπως η μετάθεση τεκνοποίησης σε μεγαλύτερες ηλικίες, διάφορες οικονομικές παράμετροι, η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, οι σύγχρονες μέθοδοι αντισύλληψης κ.ά. Η σημαντική μείωση των γεννήσεων δεν είναι όμως αναπόφευκτη. Υπάρχουν, φυσικά, παραδείγματα Ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία και οι Σκανδιναβικές χώρες που έχουν καταφέρει να αναστρέψουν αυτό το πρότυπο και να επιτύχουν αυξημένη γεννητικότητα μέσω μηχανισμών κρατικών προγραμμάτων στήριξης της μητρότητας και της οικογένειας. Η πλειοψηφία, όμως, των κρατών (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) σε Κεντρική, Νότια και Ανατολική Ευρώπη διατηρούν ποσοστά χαμηλής γονιμότητας, με μέσο όρο μικρότερο από 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, που αποτελεί και τον αναγκαίο δείκτη για την αναπαραγωγή ενός πληθυσμού.

Η Οικονομική Κρίση

Η οικονομική κρίση και εφαρμογή των μνημονίων στη χώρα μας έχουν μεν επιδράσει καταλυτικά στο πρόβλημα χωρίς όμως να αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα εμφάνισης και εξέλιξής του. Σε περίπτωση απουσίας των δυσμενών οικονομικών συνθηκών θα υπήρχε μικρότερη αλλά ελεγχόμενη μείωση του ελληνικού πληθυσμού. Όπως ανέφερε ο κ. Ραχιώτης στη διάλεξη, η οικονομική κρίση πυροδότησε μια διαδικασία σημαντικής μείωσης του πληθυσμού της χώρας όχι μόνο λόγω μείωσης των γεννήσεων, αλλά και μέσω της ανατροπής του μεταναστευτικού ισοζυγίου, δηλαδή της υπεροχής του αριθμού των εξερχόμενων μεταναστών έναντι του αριθμού των εισερχομένων. Επιπλέον, καταγράφεται τα τελευταία χρόνια και μείωση του ποσοστού γεννήσεων αλλοδαπών γυναικών στο σύνολο των γεννήσεων στη χώρα.

Το Άνισα Κατανεμημένο Νοσοκομειακό Δίκτυο

Λόγω της ιδιαίτερης γεωγραφικής δομής της Ελλάδας και σε συνδυασμό με τη μειωμένη νοσοκομειακή κρατική δαπάνη, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, είναι πολύ δύσκολη η παροχή ικανοποιητικών εξειδικευμένων μαιευτικών και γυναικολογικών και μαιευτικών υπηρεσιών σε όλες τις περιοχές της χώρας. Τα οικονομικά κριτήρια αλλά και η ανασφάλεια που προκαλείται λόγω γεωγραφικής απόστασης μιας δομής υγείας από τη μόνιμη κατοικία, παίζει σημαντικό ρόλο στην απόφαση των ζευγαριών που κατοικούν σε νησιά και απομακρυσμένες περιοχές να δημιουργήσουν ή να μεγαλώσουν την οικογένειά τους.

Τι μέλλει γενέσθαι;

Οι συνέπειες που προκύπτουν από τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της χώρας μας είναι σε κάθε περίπτωση σοβαρές. Γήρανση του πληθυσμού σημαίνει μείωση εργατικού δυναμικού και επιβάρυνση του ασφαλιστικού συστήματος και κατάρρευση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Ας μην ξεχνάμε ότι τα Συνταξιοδοτικά και Ασφαλιστικά συστήματα της Ε.Ε. σχεδιάστηκαν με βάση μία εντελώς διαφορετική δομή πληθυσμού που επικρατούσε στις δεκαετίες ’50-’60, όταν μόνο το 6% του πληθυσμού ήταν 65 ετών. Αυτό σημαίνει με απλά λόγια ότι οι νέοι που αποτελούν το εργατικό δυναμικό καλούνται να στηρίξουν οικονομικά τους ηλικιωμένους, ενώ ταυτόχρονα οι δημόσιοι προϋπολογισμοί καταπονούνται κάτω από το βάρος του υψηλότερου κόστους των συστημάτων υγείας και συνταξιοδότησης. Η επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη, καθώς οι νέοι αναζητούν θέσεις εργασίας εκτός Ελλάδας, ενώ παράλληλα λόγω της μείωσης των γεννήσεων, υπάρχει και θα υπάρξει στο μέλλον, περαιτέρω μείωση του εργατικού δυναμικού. Όπως ανέφερε ο κ. Χανδακάς, τη δεκαετία του ’60 εργαζόντουσαν 3 άνθρωποι και συνταξιοδοτούνταν 1, ενώ το 2050 θα εργάζεται 1 και θα συνταξιοδοτούνται 3. Αναφερόμενος από την άλλη στην προβλεπόμενη επικείμενη συρρίκνωση του πληθυσμού της εργάσιμης ηλικίας, ο κ. Ραχιώτης παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο πληθυσμός σε εργάσιμη ηλικία (15-64 ετών), από 7 εκατ. το 2015, αναμένεται να μειωθεί σε 5,9 έως 6,1 εκατ. το 2035.

Πώς οι δείκτες γονιμότητας μπορεί να αντιστρέψουν τα νούμερα


Οι χαμηλοί δείκτες γεννητικότητας φαίνεται ότι αποφέρουν και οικονομικό αντίκτυπο, επηρεάζοντας αρνητικά και δημοσιονομικά στοιχεία, όπως το ΑΕΠ μιας χώρας. Από τη μελέτη “The Effect of Population Aging on Economic Growth, the Labor Force and Productivity” του National Bureau of Economic Research που διεξήχθη στις H.Π.Α έχει προκύψει ότι η μείωση του ρυθμού γονιμότητας και η αύξηση του πληθυσμού άνω των 60 ετών κατά 10%, μειώνει τον ρυθμό αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 5,5%, όπως ανέφερε ο κ. Χανδακάς. Αντίστοιχα, μια ενδεχόμενη αύξηση του δείκτη γονιμότητας κατά μία ποσοστιαία μονάδα, προβλέπεται να αυξήσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 2%. Αυτή είναι μια πληροφορία εξαιρετικής σημασίας για μία χώρα που επιδιώκει ταυτόχρονα την επίλυση του δημογραφικού προβλήματος και την επανένταξη σε αναπτυξιακή τροχιά. Κι αυτό γιατί πολύ απλά με την αύξηση του πληθυσμού μπορεί να επιτευχθεί βελτίωση και άμεση ανάπτυξη σε όλες τις δομές της οικονομίας (κατανάλωση, λιανικό εμπόριο, αγορά κατοικίας κ.α.).

Πώς θα μας πείσουν να κάνουμε περισσότερα παιδιά σε μικρότερη ηλικία

Γνωρίζουμε ότι ένας από τους  βασικούς λόγους που οι Έλληνες καθυστερούν να κάνουν παιδιά ή παραμένουν στο ένα είναι επειδή το εργασιακό πλαίσιο δεν είναι φιλικό σε ό,τι αφορά τη δημιουργία οικογένειας. 

Η Ελλάδα είναι αρκετά χαμηλά στην κατάταξη της Ευρώπης σχετικά με την υιοθέτηση πολιτικών στήριξης της μητρότητας, της οικογένειας και της γονιμότητας. Κύριος στόχος, επομένως, θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος ενίσχυσης των ζευγαριών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία και αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την υποστήριξη μέσω επιδομάτων από το πρώτο παιδί, όπως ανέφεραν και οι δύο ομιλητές. Σημαντικός παράγοντας είναι, επίσης, οι πολιτικές στήριξης που θα ενθαρρύνουν τα νέα ζευγάρια να μπουν σε πρόγραμμα δημιουργίας οικογένειας σε νεαρές ηλικίες (20-29 ετών), με παράλληλη στήριξη στην εκπαίδευση και  την εργασία, καθώς επίσης και στην επανένταξη και εξέλιξη της γυναίκας με παιδιά στο εργασιακό της περιβάλλον. Άλλες προτεινόμενες πολιτικές που είχαν θετικά αποτελέσματα σε άλλες χώρες είναι η καθιέρωση «επιδόματος» γεννήσεων με διαφορετικά κίνητρα για γυναίκες κάτω των 30 ετών, όπως η ενίσχυση και καθιέρωση επιδομάτων τοκετού, η παροχή επιδομάτων ενοικίου και μετακόμισης σε νέα ζευγάρια, η διευρυμένη παροχή δωρεάν και επιδοτούμενης φροντίδας των παιδιών προσχολικής ηλικίας (εντός και εκτός σπιτιού) και η παροχή ιατρικών υπηρεσιών (σε περιπτώσεις κατοίκων ακριτικών και απομακρυσμένων περιοχών από τα αστικά κέντρα).

Τα παραδείγματα διαχείρισης, πάντως, σε χώρες όπως η Γαλλία και η Σουηδία, που βρέθηκαν αντιμέτωπες με δημογραφικό πρόβλημα τη δεκαετία του ’70, υποδεικνύουν ότι μέσω κεντρικής παρακολούθησης το πρόβλημα καταγράφεται και μελετάται, προκειμένου να βρεθούν οι εκάστοτε λύσεις που θα αποδειχθούν αποτελεσματικές για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Επομένως, είναι μάλλον βέβαιο ότι υπάρχουν λύσεις που μπορεί να ενθαρρύνουν την αύξηση των γεννήσεων και μαζί με αυτές να αλλάξουν το μέλλον αυτής της χώρας. 

Αξίζει, πάντως, να τονίσουμε ότι η τεκνοποίηση σε μικρότερες ηλικίες είναι κάτι που θα πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται σοβαρά όλα τα νέα ζευγάρια ανεξάρτητα με το δημογραφικό πρόβλημα. Κι αυτό γιατί ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις γυναίκες στις νεότερες ηλικίες η φύση είναι με το μέρος τους και είναι λιγότερο πιθανό να αντιμετωπίσουν προβλήματα υπογονιμότητας. Αντίθετα, αφήνοντας τον χρόνο να περάσει, προκειμένου να αποκτήσουν παιδιά σε πιο κατάλληλες οικονομικές συνθήκες, αυξάνονται οι πιθανότητες να χρειαστεί να καταφύγουν σε μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ώστε να αποκτήσουν παιδί. 

Διάβασε ακόμα:

Σε Ποια Ηλικία Γίνονται Μαμάδες Οι Ελληνίδες Και Πόσα Παιδιά Αποκτούν;

Πώς Η Μεσογειακή Διατροφή Μπορεί Να Σώσει Τον Πλανήτη

Ίσως σε ενδιαφέρει…

ΑΥΤΟΒΕΛΤΙΩΣΗ//

Άνοιξε Την Καρδιά Σου

ΑΥΤΟΒΕΛΤΙΩΣΗ//

1η Μαρτίου 2020: Η ημέρα που αξίζει να θυμάσαι

ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑ//

3 Μυστικά Για Να Δουλεύεις Πιο Έξυπνα Και Όχι Πιο Πολύ

Εγγραφή στο Thrive Newsletter

Thrive Global
Μην επιτρέπεις ποτέ το μέλλον να σε προβληματίζει. Θα το αντιμετωπίσεις, αν πρέπει, με τα ίδια όπλα της λογικής που σε εξοπλίζουν σήμερα εναντίον του παρόντος.

- Μαρκος Αυρηλιος

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να διασφαλίσει πως θα έχετε την καλύτερη δυνατή εμπειρία ως επισκέπτης. Όροι Χρήσης